αγίασμα

[агиама] ουσ. о. освящение

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγίασμα" в других словарях:

  • αγίασμα — το 1) святая вода, агиасма; 2) святой источник; 3) миро, источаемое от мощей святого; 4) святой храм, см. αγιαστήριο 4 …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁγίασμα — holiness neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγίασμα — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 745 μ., 34 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βοΐου του νομού Κοζάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Τσοτυλίου. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 105 μ., 361 κάτ.) στην πρώην επαρχία Κομοτηνής του νομού Ροδόπης …   Dictionary of Greek

  • αγίασμα — το, ατος 1. το αγιασμένο νερό. 2. πηγή νερού θεωρούμενη ιερή: Κοντά στο παρεκκλήσι ήταν το αγίασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άγιασμα — το, ατος το να γίνει κανείς άγιος, η αγιοποίηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁγιασμάτων — ἁγίασμα holiness neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσμασι — ἁγίασμα holiness neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσμασιν — ἁγίασμα holiness neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσματα — ἁγίασμα holiness neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁγιάσματι — ἁγίασμα holiness neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.